ΠήÏ?α αυτό το mail που θεώÏ?ησα αÏ?κετά αστείο… Διαβάστε το.
Ο μικÏ?ός ΔημητÏ?άκής μπήκε στην κουζίνα όπου η μαμά του ετοίμαζε βÏ?αδινό.
Πλησίαζαν τα γενÎθλια του και σκÎφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιÏ?ία να πει στη μαμά του τι δώÏ?ο ήθελε.
“Μαμά”, είπε ο ΔημητÏ?άκης “θÎλω Îνα ποδήλατο για τα γενÎθλιά μου”.
Ο μικÏ?ός ΔημητÏ?άκης ήταν Îνας φασαÏ?τζής του κεÏ?ατά. Και στο σχολείο και στο σπίτι όλο μπελάδες δημιουÏ?γοÏ?σε. Έτσι λοιπόν η μαμά του τον Ï?ώτησε αν πιστεÏ?ει ότι το δικαιοÏ?ται το δώÏ?ο.
“Φυσικά”, είπε ο μικÏ?ός.
Η μαμά του, χÏ?ιστιανή γυναίκα, ήθελε να βάλει τον γιο της να σκεφτεί τη συμπεÏ?ιφοÏ?ά του όλον τον χÏ?όνο που είχε πεÏ?άσει. Έτσι του είπε να πάει στο δωμάτιό του και να σκεφτεί πως φÎÏ?θηκε όλους τους μήνες από τα Ï€Ï?οηγοÏ?μενα γενÎθλιά του. Και μετά, του είπε, να γÏ?άψει Îνα γÏ?άμμα στο θεοÏ?λη και να εξηγεί γιατί αξίζει το ποδήλατο!.
Έτσι ο μικÏ?ός ΔημητÏ?άκης πήγε στο δωμάτιο του και άÏ?χισε να γÏ?άφει:
ΓÏ?άμμα Î Ï?ώτο
ΑγαπητΠΘεοÏ?λη
Ήμουν πολÏ? καλό παιδί φÎτος και θα ήθελα Îνα ποδήλατο για τα γενÎθλιά μου.
Το Ï€Ï?οτιμώ κόκκινο.
Ο φίλος σου,
ΔημητÏ?άκης
Ο ΔημητÏ?άκης όμως ήξεÏ?ε ότι αυτά που ÎγÏ?αψε δεν ήταν αλήθεια. Δεν ήταν και τόσο καλό παιδί.
Έτσι, Îσκισε το Ï€Ï?ώτο γÏ?άμμα και ξανάÏ?χισε.
ΓÏ?άμμα ΔεÏ?τεÏ?ο
ΑγαπητΠΘεοÏ?λη
Είμαι ο φίλος σου ο ΔημητÏ?άκης.
Ήμουν καλό παιδί φÎτος και θα ήθελα Îνα κόκκινο ποδήλατο για τα γενÎθλιά μου.
Σ’ ευχαÏ?ιστώ,
Ο φίλος σου,
ΔημητÏ?άκης
ΉξεÏ?ε όμως ότι οÏ?τε αυτό ήταν αλήθεια. Έτσι, Îσκισε και αυτό το γÏ?άμμα και ξανάÏ?χισε.
ΓÏ?άμμα ΤÏ?ίτο
ΑγαπητΠΘεοÏ?λη
Ήμουν εντάξει τη χÏ?ονιά που Ï€ÎÏ?ασε.
Θα ήθελα Îνα ποδήλατο για τα γενÎθλιά μου.
ΔημητÏ?άκης
Ο ΔημητÏ?άκης ήξεÏ?ε ότι οÏ?τε αφτό το γÏ?άμμα μποÏ?οÏ?σε να στείλει στο Θεό.
Έτσι ÎγÏ?αψε το…
ΤÎταÏ?το ΓÏ?άμμα
ΘεÎ
ΞÎÏ?ω ότι δεν ήμουν καλό παιδί φÎτος.
Λυπάμαι Ï€Ï?αγματικά.
Θα γίνω καλό παιδί αν μου στείλεις Îνα ποδήλατο για τα γενÎθλιά μου.
Σε παÏ?ακαλώ…
ΕυχαÏ?ιστώ,
ΔημητÏ?άκης
Ο μικÏ?ός ήξεÏ?ε όμως, ότι ακόμη κι αν Îλεγε αλήθεια, αυτό το γÏ?άμμα δεν θα του ÎφεÏ?νε το ποδήλατο…
ΤώÏ?α πια ανησÏ?χησε. Πήγε στην κουζίνα και είπε στην μαμά του ότι ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Η μαμά σκÎφτηκε ότι το “κόλπο” της είχε πιάσει, μιας και είδε τον μικÏ?ÏŒ να είναι σκεφτικός και λυπημÎνος.
“Πήγαινε, αλλά να γυÏ?ίσεις γÏ?ήγοÏ?α”.
Ο ΔημητÏ?άκης πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς. Μπήκε μÎσα κι ÎÏ?ιξε μια ματιά γÏ?Ï?ω του να δει αν ήταν κανÎνας άλλος εκεί. Î Ï?οχώÏ?ησε Ï€Ï?ος το ιεÏ?ÏŒ και βÏ?ήκε μια εικόνα της Παναγίας, πολυ Ï€Ï?οσεκτικά και την Îχωσε κάτω από το παλτό του και Îφυγε από την εκκλησία Ï„Ï?Îχοντας.
Μπήκε γÏ?ήγοÏ?α στο σπίτι του, χώθηκε στο δωμάτιο του και πήÏ?ε μολÏ?βι και χαÏ?τί.
ΓÏ?άμμα Î Îμπτο
ΘεÎ
Έχω στα χÎÏ?ια μου την μάνα σου.
Αν θÎλεις να την ξαναδείς, στείλε μου το ποδήλατο.
ΞÎÏ?εις ποιος.



















Recent Comments